25-04-2026
Τον φώναζαν “Μουστάκια”. Όχι σαν απλό παρατσούκλι, αλλά σαν κάτι που είχε γίνει τρόπος ύπαρξης. Εκείνο το μουστάκι δεν ήταν μια λεπτομέρεια, ήταν η σιωπηλή του υπογραφή. Ένα μικρό, χαρακτηριστικό σημάδι που έκανε τους άλλους να τον αναγνωρίζουν πριν καν τον κοιτάξουν καλά. Και μαζί με αυτό, είχε και έναν άλλο κόσμο δικό του. Τα ρεμπέτικα.
Τα άκουγε σαν να τα ήξερε από πάντα. Σαν να μην τα έβαζε απλώς να παίζουν, αλλά να τα συναντούσε. Υπήρχε κάτι στον τρόπο που τα άκουγε, σαν να καταλάβαινε κάθε λέξη χωρίς να χρειάζεται εξήγηση. Εκεί, μέσα σε εκείνες τις φωνές και τα μπουζούκια, ήταν πιο ήσυχος, πιο αληθινός, σαν να γύριζε σε κάτι δικό του που δεν το είχε χάσει ποτέ.
Τον λέγαμε και “μάστορα”. Γιατί τα χέρια του έφτιαχναν ό,τι δεν άντεχε να μείνει χαλασμένο. Δεν ρωτούσε πολύ. Έβλεπε, καταλάβαινε, και ξεκινούσε. Σαν να υπήρχε μέσα του μια ήσυχη βεβαιότητα ότι πάντα υπάρχει τρόπος να διορθώσεις κάτι… αν όχι το αντικείμενο, τότε τον τρόπο που το κοιτάς.
Και εγώ τον θυμάμαι σε μικρές σκηνές, που τώρα μοιάζουν σαν να έχουν μείνει αιχμαλωτισμένες στον χρόνο.
Όταν έπεφτε το πρώτο χιόνι, δεν χρειαζόταν να ειπωθεί τίποτα. Ήταν μονόδρομος. Με έπαιρνε και πηγαίναμε, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο να αφήνεις τα πάντα, για να πας να σταθείς μέσα στο άσπρο.
Το καλοκαίρι ήταν η θάλασσα. Πάντα πρώτη σειρά ξαπλώστρες, σαν να υπήρχε μια άγραφη συμφωνία με τον ήλιο ότι εκεί ανήκαμε. Και μου έπαιρνε ό,τι ήθελα. Εγώ τότε δεν ήξερα από “κόστος” και “πολλά”. Ήξερα μόνο από “θέλω”. Κι εκείνος δεν μου έμαθε ποτέ το αντίθετο με σκληρό τρόπο. Μόνο με αγάπη.
Και υπήρχε εκείνη η υπόσχεση….Ότι μόλις γίνει καλά, θα πηγαίναμε ακόμα ένα μπάνιο μαζί. Ένα τελευταίο. Σαν επιστροφή σε όλα τα προηγούμενα καλοκαίρια μαζί. Δεν πρόλαβε…
Η τελευταία φορά που τον είδα ήταν σιωπηλή με έναν τρόπο που δεν χωράει σε λέξεις εύκολες. Ήταν εκεί, αλλά αλλιώς και στο πρόσωπό του έλειπε το μουστάκι του και αυτό ήταν παράξενο. Σχεδόν άδικο. Σαν να του είχαν αφαιρέσει όχι κάτι εξωτερικό, αλλά κάτι που τον κρατούσε ολόκληρο όπως τον ήξερα. Σαν να έβλεπα τον ίδιο άνθρωπο, αλλά χωρίς την πιο χαρακτηριστική του ανάσα. Εκεί, μέσα σε εκείνη την ακινησία, συνειδητοποίησα πόσο πολύ ένα μικρό πράγμα μπορεί να είναι ολόκληρη ταυτότητα. Από τότε, τον θυμάμαι αλλιώς. Όχι όπως έφυγε. Αλλά όπως ήταν.
Με τα ρεμπέτικα να γεμίζουν τον χώρο σαν δεύτερη φωνή του σπιτιού. Με τα χέρια του γεμάτα “θα το φτιάξω εγώ”. Με τις διαδρομές στο χιόνι χωρίς λόγο και με τις μέρες στη θάλασσα σαν υπόσχεση ότι η ζωή, όσο δύσκολη κι αν είναι, πάντα βρίσκει μια καλή γωνία να σταθεί.
Μου είχε πει πως όταν μεγαλώσω, θα τον κερνάω εγώ κρασί. Και το είπε σαν κάτι που θα συμβεί σίγουρα. Όχι σαν ερώτηση. Και τώρα, καθώς γράφονται αυτές οι λέξεις, ένα ποτήρι κρασί σηκώνεται για εκείνον. Όχι σαν τελετή.
Αλλά σαν κάτι που άργησε λίγο να γίνει, όπως όλα όσα αγαπάς πολύ.
Για το μπάνιο που δεν προλάβαμε.
Για το κρασί που δεν τον κέρασα.
Για το μουστάκι που έλειπε και έκανε τον κόσμο για λίγο άδικο.
Και για τον “Μουστάκια” που δεν έφυγε ποτέ στ’ αλήθεια, απλώς συνεχίζει να παίζει ρεμπέτικα σε ένα σημείο μέσα μου που δεν χαμηλώνει ποτέ.
Σε αγαπάω πολύ παππού μου
-Η εγγονα σου, όπως με φώναζες ❤️