25-04-2026

Το σχολείο οφείλει να αποτελεί κιβωτό γνώσης και ελευθερίας σκέψης. Ωστόσο, ολοένα και συχνότερα παρατηρείται μια ανησυχητική μετατόπιση. Από την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας, προς την αναπαραγωγή συγκεκριμένων ιδεολογικών προτύπων.
Είναι, άραγε, υπερβολή να γίνεται λόγος για ιδεολογική μονομέρεια εντός της σχολικής αίθουσας;
Η πραγματικότητα, όσο δυσάρεστη και αν είναι, αποκαλύπτει πως η εκπαιδευτική διαδικασία δεν παραμένει πάντοτε ουδέτερη. Πολιτικές τοποθετήσεις, με σαφή κατεύθυνση, διεισδύουν στον διδακτικό λόγο, μετατρέποντας την τάξη από χώρο διαλόγου σε πεδίο έμμεσης καθοδήγησης. Οι μαθητές δεν εκτίθενται ισότιμα σε ένα φάσμα ιδεών αντιθέτως, ενθαρρύνονται, άλλοτε διακριτικά και άλλοτε απροκάλυπτα, προς συγκεκριμένες αντιλήψεις.
Ας αποσαφηνιστεί, ωστόσο, κάτι κρίσιμο. Η παρούσα προβληματική δεν αφορά ακραίες τοποθετήσεις, ούτε φωνές μίσους ή φανατισμού. Αυτές δεν έχουν θέση στην εκπαίδευση. Το ζήτημα αφορά απολύτως θεμιτές, δημοκρατικές πολιτικές απόψεις που απλώς δεν ευθυγραμμίζονται με το κυρίαρχο αφήγημα της τάξης.
Και όσοι αποκλίνουν;
Οι μαθητές που τολμούν να έχουν άλλη άποψη συχνά νιώθουν σαν να παίζουν κρυφτό με την ίδια τους τη σκέψη. Οι καθηγητές, δε, παρακολουθούν την αίθουσα σαν παρτίδα σκάκι, όπου κάθε κίνηση των μαθητών μετράει και τα πιόνια που εκφράζουν “αντισυμβατικές” απόψεις συχνά καθοδηγούνται ή απομονώνονται στρατηγικά, ώστε να παραμένουν υπό έλεγχο. Η διαφωνία, αντί να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο δημοκρατικής ωριμότητας, συχνά περιβάλλεται από αμηχανία, ειρωνεία, επικριτικά σχόλια ή και σιωπηλή αποδοκιμασία. Δημιουργείται, έτσι, ένα άτυπο αλλά υπαρκτό πλαίσιο συμμόρφωσης, όπου η ελεύθερη έκφραση δεν απαγορεύεται ρητά, αλλά αποθαρρύνεται εμμέσως.
Για παράδειγμα, μαθητές που εκφράζονται υπέρ της οικονομικής ελευθερίας, της ισχυρής εθνικής άμυνας ή της ατομικής υπευθυνότητας, συχνά αντιμετωπίζονται με ειρωνεία ή αμηχανία. Την ίδια στιγμή, άλλες ιδεολογικές προσεγγίσεις εμφανίζονται ως “αυτονόητα σωστές” ή ηθικά υπερέχουσες, δημιουργώντας ένα περιβάλλον άνισης μεταχείρισης ιδεών.
Πρόκειται για μια λεπτή, αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη μετάλλαξη. Από την παιδεία που διαμορφώνει ελεύθερες συνειδήσεις, στην εκπαίδευση που καλλιεργεί ιδεολογικά αντανακλαστικά.
Ας τεθεί, λοιπόν, το ερώτημα με τη δέουσα σοβαρότητα:
Είναι αποστολή του σχολείου να διαπλάθει πολίτες με κριτική σκέψη ή να υποδεικνύει το περιεχόμενο αυτής της σκέψης;
Διότι η δημοκρατία δεν εδραιώνεται μέσα από την ομοφωνία, αλλά μέσα από την ανεκτικότητα στη διαφωνία. Όταν, όμως, ορισμένες απόψεις περιθωριοποιούνται ή αποσιωπώνται, τότε η εκπαιδευτική διαδικασία υπονομεύει τον ίδιο της τον σκοπό.
Αξίζει να τονιστεί ότι το ζήτημα δεν έγκειται στην ύπαρξη πολιτικού λόγου εντός της εκπαίδευσης. Αυτός είναι αναπόφευκτος και υπό προϋποθέσεις γόνιμος. Το πρόβλημα ανακύπτει όταν ο λόγος αυτός παύει να είναι πλουραλιστικός και μετατρέπεται σε μονοφωνικό αφήγημα. Διότι σε μια τάξη όπου δεν χωρούν όλες οι απόψεις, δεν καλλιεργείται η σκέψη, καλλιεργείται η σιωπή.
Και μια κοινωνία που μαθαίνει να σωπαίνει από τα μαθητικά της χρόνια, δύσκολα θα μάθει αργότερα να σκέφτεται ελεύθερα.
Αν το σχολείο μαθαίνει στους μαθητές να συμφωνούν αντί να σκέφτονται, μήπως στην πραγματικότητα προετοιμάζει πολίτες που δεν θα τολμήσουν ποτέ να αμφισβητήσουν τίποτα;